Πότε η καθυστέρηση στη γλωσσική έκφραση κρίνεται ανησυχητική…

Μήπως κι εσείς ταυτίζεστε με μία από τις παρακάτω μαρτυρίες γονέων; «Το παιδί μου είναι 2 ετών και δεν μιλάει ακόμα», «Το παιδί μου είναι 3 ετών και παρόλο που καταλαβαίνει τα πάντα, εν τούτοις δεν λέει πάνω από 10 λέξεις», «Το παιδί μας είναι 3 ½ ετών και ακόμα δεν μας μιλάει κατανοητά, προτιμά να δείχνει και έχει τη δική του ακαταλαβίστικη γλώσσα», «Μας είπαν ότι όταν το παιδί μας μεγαλώσει, θα ξεκινήσει να μιλάει και μας διαβεβαίωσαν πως θα τα έχει καταφέρει μέχρι να πάει σχολείο». Τελικά ως γονείς, πότε πρέπει να εφησυχάζουμε στα σχόλια των φίλων, συγγενών, παιδιάτρων και πότε πρέπει να απευθυνθούμε σε έναν ειδικό;

Είναι κοινά αποδεκτό πως με απόλυτο δεδομένο πως ένα παιδί έχει φυσιολογική ακοή, η κατάκτηση της βασικής δομής της μητρικής γλώσσας γίνεται σταδιακά, ακολουθώντας μία ορισμένη εξελικτική πορεία. Ενδεικτικά, να πούμε πως ένα παιδί 2 ετών έχει ξεκινήσει να συνδυάζει δύο λέξεις μαζί για να σχηματίσει απλές φράσεις (όπως «μαμά μήλο») ενώ ένα παιδί 3 ετών είναι σε θέση να σχηματίσει πλέον προτάσεις χρησιμοποιώντας αρθρα, επίθετα, επιρρήματα, προθέσεις και πληθυντικό στα ουσιαστικά. Στη νηπιακή ηλικία 3-5 ετών, ανθεί κυριολεκτικά η ικανότητα του παιδιού να χρησιμοποιεί την γλώσσα ως μέσο επικοινωνίας. Το λεξιλόγιό του παρουσιάζει ραγδαία αύξηση (συγκεκριμένα ξεπερνά τις 1000 λέξεις).

Η ομιλία ενός παιδιού 4 ετών πλησιάζει περισσότερο αυτήν των ενηλίκων, όσον αφορά στη γραμματική και το συντακτικό. Η άρθρωση του παιδιού γίνεται κατανοητή από την πλειοψηφία των ατόμων στο περιβάλλον του (αν και ακόμη μπορεί να μην προφέρει καθαρά το «ρ», το «θ» και το «δ»). Το παιδί συνολικά διαμορφώνει μεγαλύτερες και πιο σύνθετες προτάσεις ενώ παράλληλα διατυπώνει ερωτήσεις και απαντά κατάλληλα σε ερωτήσεις ενηλίκων.

Ωστόσο, η πορεία της ανάπτυξης του λόγου δεν είναι η ίδια σε όλα τα παιδιά καθώς υπάρχουν σημαντικές διαφορές τόσο ως προς την ηλικία έναρξης της ομιλίας όσο και ως προς το ρυθμό ανάπτυξης των γλωσσικών δεξιοτήτων. Κάποια παιδιά καθυστερούν να μιλήσουν και χρησιμοποιούν χειρονομίες παράλληλα με ήχους για να εκφράσουν τις ανάγκες και τις επιθυμίες τους. Ορισμένα παιδιά, ενώ αναπτύσσονται φυσιολογικά σε κάποιους τομείς της γλώσσας, καθυστερούν σε άλλους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ένα παιδί που μπορεί να κατανοεί τον προφορικό λόγο αλλά έχει δυσκολίες στην εκφορά του λόγου.

Πρόσφατα βιβλιογραφικά δεδομένα εισηγούνται πως ένα ποσοστό περίπου 15% των παιδιών ηλικίας 2-2 ½ ετών παρουσιάζει καθυστέρηση στην ομιλία. Η αργοπορημένη έναρξη στην έκφραση του λόγου ανιχνεύεται με βάση το περιορισμένο εύρος του εκφραστικού λεξιλογίου (50 λέξεις), την έλλειψη ελάχιστης φραστικής δομής (συνδυασμός δύο τουλάχιστον λέξεων) σε ηλικία περίπου 24 μηνών, παρά τη φυσιολογική γνωστική και συναισθηματική ανάπτυξη. Από αυτά τα παιδιά, περίπου το 50% καταφέρνει να ξεπεράσει την αργή γλωσσική εξέλιξη σε ηλικία 3-3 ½ ετών. Τα υπόλοιπα παιδιά συνεχίζουν να παρουσιάζουν γλωσσικές διαταραχές που μπορεί να εκφραστούν σε ένα ή και περισσότερα επίπεδα του λόγου, συγκεκριμένα στην άρθρωση και στην φωνολογία (σωστή προφορά των φθόγγων και σωστή οργάνωση μέσα στις λέξεις), στην σύνταξη και στην μορφολογία (σειρά και σύνδεση των λέξεων στην πρόταση). Σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτά τα προβλήματα μπορεί να εμφανιστούν με μορφή μαθησιακής δυσκολίας χωρίς αυτό όμως να συνεπάγεται ότι η αργοπορία στο λόγο απαραίτητα καταλήγει σε δυσλεξία!

Επομένως η έκφραση των γιαγιάδων μας «θα τα πει μαζεμένα» δεν ίσχυε και δεν ισχύει. Η έναρξη της ομιλίας αποτελεί δείκτη για την εξέλιξη της γλωσσικής ανάπτυξης, η οποία ακολουθεί στάδια που ολοκληρώνονται διαδοχικά, πράγμα το οποίο σημαίνει πως το παιδί δεν θα αρχίσει ξαφνικά στα 3 έτη να φτιάχνει προτάσεις ενώ ακόμη δεν παράγει λέξεις και φράσεις. Η πρόγνωση του παιδιού με γλωσσική καθυστέρηση επηρεάζεται από ποικίλους παράγοντες όπως το επίπεδο αντίληψης του προφορικού λόγου, το επίπεδο προσοχής και συγκέντρωσης προς τον προφορικό λόγο, την ταχύτητα γλωσσικής ανάπτυξης, το κοινωνικό-οικονομικό επίπεδο της οικογένειας του παιδιού, καθώς και την ύπαρξη θετικού οικογενειακού ιστορικού σε θέματα αργής λεκτικής εξέλιξης ή/και μαθησιακής δυσκολίας.

Σε περιπτώσεις όπου η εικόνα του παιδιού σας αποκλίνει αισθητά από την αναμενόμενη γλωσσολογική συμπεριφορά για την χρονολογική του ηλικία ή αν το παιδί σας δεν φαίνεται να ακολουθεί μια συνεχή γλωσσική ανάπτυξη, κρίνεται αναγκαία η πραγματοποίηση μίας ολοκληρωμένης αξιολόγησης από έναν λογοθεραπευτή. Αφήστε τον ειδικό να κρίνει αν η τακτική αναμονής είναι προτιμότερη και για πόσο χρονικό διάστημα ακόμη. Ας έχουμε κατά νου πως η έγκαιρη διάγνωση σε παιδιά μικρής ηλικίας (έως 3 ετών) θεωρείται πλέον σημαντική αφού σε αυτή την ηλικία το παιδί έχει πολλές δυνατότητες βελτίωσης και ανάκαμψης της γλωσσικής καθυστέρησης.

Copyright © 2018 ΛΟΓΟΠΟΙΗΣΗ | virvidaki.gr | Powered by NICMEDIA